Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ-Στα χάνια της Πόλης







Φωλιάζουν στις πλαγιές του Μερτζάν, του Ταχτάκαλε και του Μπέγιαζιτ, ανάμεσα στο Μεγάλο Παζάρι και την Αγορά των Μπαχαρικών του Εμίνονου.

Η λέξη χάνι στην Ελλάδα χρησιμοποιείται ως συνώνυμο του πανδοχείου. Προέρχεται από την περσική λέξη khaane, που σημαίνει σπίτι και χώρος.

Το χάνι πρόσφερε κατάλυμα στους εμπόρους των καραβανιών αλλά και χώρο σταβλισμού για τις καμήλες και αποθήκευσης για τα προϊόντα τους, ενώ λειτουργούσε και ως χώρος χονδρεμπορίου όταν βρισκόταν μέσα στην πόλη. Σε κάθε μουσουλμανική πόλη τα χάνια είναι σε κοντινή απόσταση από τα παζάρια: οι έμποροι που πωλούσαν λιανική στα παζάρια προμηθεύονταν τα αγαθά από τα χάνια.

Κάθε χάνι ειδικευόταν σε συγκεκριμένα προϊόντα. Παραδοσιακά αποτελείται από μια σειρά κελιών γύρω από μια ευρύχωρη κεντρική αυλή, στο κέντρο της οποίας στέκεται πολλές φορές ένα μικρό τέμενος και μία κρήνη. Κάθε χάνι διέθετε και ευρύχωρη κουζίνα. Το συγκρότημα κάλυπτε όλες τις ανάγκες των εμπόρων κατά τη σύντομη, συνήθως, διαμονή τους.


Τα κελιά γύρω από την αυλή απλώνονται συνήθως σε δύο ή τρεις ορόφους. Σε εκείνα του ισογείου, που δεν έχουν παράθυρα, σταβλίζονταν τα ζώα των εμπόρων και αποθηκεύονταν τα προϊόντα. Τα κελιά των ορόφων λειτουργούσαν ως υπνοδωμάτια ή γραφεία εμπόρων και μεσαζόντων. Καθένα διέθετε και τζάκι, για την απαραίτητη θέρμανση στον παγωμένο χειμώνα της Πόλης. Στα τζάκια αυτά οφείλεται η παρέλαση από κομψές καμινάδες που στολίζουν τις σκεπές των οθωμανικών χανιών, ενώ μικροί τρούλοι στεφανώνουν τα κελιά.

Η παντοκρατορία των χανιών έφτασε στο τέλος της με την εμφάνιση του ατμόπλοιου και του σιδηρόδρομου. Ο εκσυγχρονισμός του τρόπου μεταφοράς και αποθήκευσης των προϊόντων έδωσε τέλος στον πανδοχειακό και αποθηκευτικό χαρακτήρα των χανιών, που μετατράπηκαν σε χώρους εργασίας, στεγάζοντας βιοτεχνίες, γραφεία, καταστήματα και επαγγελματικά εργαστήρια.

Τα χάνια είναι πολύτιμοι οδηγοί στην προσπάθειά μας να φανταστούμε πώς έμοιαζε η βυζαντινή Πόλη.

Ενα από τα εντυπωσιακότερα χάνια, και από τα λίγα που έχουν ανακαινιστεί, βρίσκεται στις παρυφές του Μεγάλου Παζαριού. Το Ζιντζιρλί Χαν, βαμμένο σε εντυπωσιακό κεραμιδί χρώμα, φιλοξενεί στο ισόγειο καταστήματα χαλιών. Στους ορόφους του, όμως, στεγάζονται τεχνίτες, ανάμεσά τους Αρμένιοι κοσμηματοπώλες.

Από τα εργαστήρια του Ζιντζιρλί Χαν, αυτό που αξίζει να επισκεφτεί κανείς είναι η βιοτεχνία του Οχάννες Μουρατιάν, ο οποίος φτιάχνει μετάλλια και σφραγίδες. Ο πατέρας του είναι Αρμένιος, η μητέρα του Ρωμιά, οπότε μιλάει και ελληνικά. «Το γράμμα δύσκολα είναι, άμα διαβάζω», λέει. Ο Οχάννες είναι ο τελευταίος εκπρόσωπος στην οικογενειακή αυτή επιχείρηση που άνοιξε ο πατέρας του, μαθητευόμενος δίπλα σε μάστορα Γερμανό, πριν από 65 χρόνια. Δυσκολεύεται πολύ να βρει νέο μαθητευόμενο. «Εχω ψάξει παντού, άμα επειδή η δουλειά είναι δύσκολη και δε σου δίνει εύκολα χρήματα, ενδιαφέρον δεν έχουνε».

Ακόμη γραφικότερα είναι τα χάνια στις γειτονιές του Μερτζάν και του Ταχτάκαλε, λίγα μέτρα παραπέρα. Οι απότομες ανηφόρες της περιοχής φέρουν τα ονόματα των προϊόντων που πωλούνταν στα εκεί μαγαζιά ή που παρασκευάζονταν στα εργαστήρια. Η περιοχή διατηρεί τη βυζαντινή ρυμοτομία, με τα στενά ανηφορικά δρομάκια να οδηγούν προς τον τότε Φόρο του Ταύρου, τη σημερινή πλατεία Μπέγιαζιτ, μπροστά από τη Σκεπαστή Αγορά.
Ο πιο ενδιαφέρων δρόμος της περιοχής είναι η Τσακματζιλάρ Γιοκουσιού, που από το Ταχτάκαλε ανηφορίζει στο Μερτζάν. Εδώ συναντάς ακόμη τον χαμάλη, τον ταπεινό έμπορο, τον τεχνίτη και τον καφετζή, οι οποίοι συνεχίζουν, σε ασφυκτικά μικρά δωμάτια, έναν τρόπο ζωής που ελάχιστα έχει αλλάξει εδώ και αιώνες. Αλλού πωλούνται ρούχα, αλλού κατσαρολικά, αλλού χρυσαφικά και χάντρες, αλλού είδη προσκυνήματος για τους μουσουλμάνους που θέλουν να πάνε στη Μέκκα. Ολόκληροι δρόμοι είναι γεμάτοι με τις ασύλληπτα κιτς στολές που τα αγόρια φορούν για την τελετή της περιτομής (σουννέτ) και με χαλιά προσευχής.

Επί της Τσακματζιλάρ, στο Μερτζάν, βρίσκεται το Μπουγιούκ Γενί Χαν, το δεύτερο μεγαλύτερο χάνι της πόλης. Από τα ωραιότερα οθωμανικά κτίσματα, είναι ταυτόχρονα πρωτοποριακό για την εποχή του. Η τεράστια μάζα του, σαν τείχος οχυρωματικό στη μία πλευρά του δρόμου, έπρεπε να προσαρμοστεί στη δύσκολη γεωμορφολογία της περιοχής. Βρίσκεται σε μια πλαγιά με απότομη κλίση.

Η λύση του αρχιτέκτονα ήταν να χωρίσει την πρόσοψη σε έξι τμήματα, καθένα θεμελιωμένο σε χαμηλότερο από το προηγούμενο επίπεδο. Ο πρώτος όροφος προεξέχει λίγο του ισογείου και ο δεύτερος του πρώτου. Καθένα από τα έξι τμήματα της πρόσοψης προεξέχει του προηγουμένου και δεν είναι παράλληλο, αλλά σε γωνία με το δρόμο. Ετσι η πρόσοψη δίνει την εντύπωση πέτρινου κύματος που κατηφορίζει το δρόμο.


Πιστεύεται ότι το Μπουγιούκ Γενί Χαν το έχτισε γύρω στο 1764 ένας Αρμένιος αρχιτέκτονας. Διαδραμάτισε καίριο ρόλο στη ζωή της αρμενικής κοινότητας. Εδώ στεγάζονται από αιώνες οι ξακουστοί Αρμένιοι αργυροχόοι και χρυσοχόοι της Πόλης. Στους ορόφους, γύρω από την κεντρική αυλή, λειτουργούν μαγαζιά και εργαστήρια, κυ-ρίως αργυροχοεία, χρυσοχοεία και βιοτεχνίες υφασμάτων.

Κύριοι της πρώτης αυλής είναι οι χαμάληδες, που πηγαινοέρχονται γρήγορα κουβαλώντας στις πλάτες τους ασύλληπτους όγκους, και ο φωνακλάς καφετζής του ισογείου, που είναι λιγότερο άγριος απ' ό,τι σε αφήνει να φανταστείς το σκυθρωπό του μούτρο.

Τα περισσότερα εργαστήρια των δύο ορόφων είναι αργυροχοεία και αρκετά βρίσκονται ακόμη σε αρμένικα χέρια. Σε όλες τις εμπορικές πόλεις της Μικράς Ασίας, όπως και στην Κωνσταντινούπολη, η κοσμηματοποιία ήταν παράδοση και μονοπώλιο των Αρμενίων. «Είμαστε η τελευταία γενιά Αρμενίων κοσμηματοποιών της Πόλης», θα σου πουν όλοι οι τεχνίτες. Υπολογίζουν τον αριθμό τους σε περίπου 150. «Πολλοί από εμάς ξεκινήσαμε από την επαρχία, ήρθαμε εδώ και μαθητεύσαμε δίπλα σε Αρμένιους μαστόρους.

Υπάρχουν πολύ δυσκολότερες δουλειές στα χάνια, όπως αυτή των στιλβωτών, που γυαλίζουν τα ασημικά σε κυλιόμενους κυλίνδρους επενδυμένους με μαλακή τσόχα, αφού τα περάσουν από ειδικά χημικά. Επάγγελμα βρώμικο και ανθυ-γιεινό. Δύο από τους μαστόρους, ο Αλί και ο Ισκεντέρ, κάνουν αυτήν τη δουλειά για δεκαετίες. Κατάγονται από τον Πόντο.

Δεν χρησιμο-ποιούν μάσκα και δουλεύουν σε έναν μικροσκοπικό χώρο όπου τα πάντα είναι σκεπασμένα από παχύ στρώμα μαύρης σκόνης. Ποτέ δεν σκέφτηκαν να αλλάξουν δουλειά. Ο Αλί ζει σε αυτές τις συνθήκες 48 χρόνια!


Στην απέναντι πλευρά του δρόμου βρίσκεται το Μπουγιούκ Βαλιντέ Χαν. Το μεγαλύτερο χάνι της Πόλης έχει υποστεί αρκετές μετατροπές από την εποχή της ανοικοδόμησής του, τον 17ο αιώνα. Πίσω από την κομψή του πρόσοψη εκτείνονται τρεις εσωτερικές αυλές, με τις γύρω πτέρυγες να βρίσκονται σε διάφορα στάδια εγκατάλειψης.

Το ακραίο πίσω τμήμα του ονομάζεται Σαάρ Χαν (Χάνι των Κωφών). Στο τμήμα αυτό, κάποιος Αρμένιος ονόματι Απκαρ ίδρυσε το 1567 το πρώτο αρμένικο τυπογραφείο της Κωνσταντινούπολης. Το Σαάρ Χαν περιλαμβάνει μια κατασκευή βυζαντινής προέλευσης, τον λεγόμενο Πύργο της Ειρήνης. Εικάζεται πως αποτελούσε τμήμα της οχύρωσης κάποιας μονής. Σήμερα χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικός χώρος. Στους διαδρόμους του χανιού αυτού τα πάντα είναι σκονισμένα και αφρόντιστα.

Τα λιγοστά εργαστήρια που απομένουν είναι ραφεία και κάποια χρυσοχοεία. Η στέγη του Μπουγιούκ Βαλιντέ Χαν είναι ένα μέρος βγαλμένο από τον κόσμο των ονείρων. Περπατώντας πάνω της νομίζεις πως βρίσκεσαι σε σκηνικό παραμυθιού ή ταινίας επιστημονικής φαντασίας.

Σειρές τρουλίσκοι, που μοιάζουν φτιαγμένοι από πηλό, ορθώνονται κόντρα στον ουρανό και σε ένα από τα εντυπωσιακότερα πανοράματα της Πόλης. Εδώ κι εκεί, τούφες χορτάρι, που το καλοκαίρι ξανθαίνει και χρυσίζει στον ήλιο, με φόντο τις μορφές των τζαμιών στους γύρω λόφους. Μέχρι πριν από τρία χρόνια σώζονταν κάποιες μισοκατεστραμμένες καμινάδες, που μαζί με τους τρούλους έδιναν στη σκεπή την αλλόκοσμη όψη της. Κάποιο διεστραμμένο μυαλό παρήγγειλε την κατεδάφισή τους...

http://portal.kathimerini.gr

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ-ΘΕΟΔΟΣΙΑΝΑ ΤΕΙΧΗ








ΗΜονή της Χώρας, η μοναδική σωζόμενη βυζαντινή εκκλησία της Πόλης, που διατηρεί ακέραιο μεγάλο τμήμα του διακόσμου της. Τα εξαιρετικά μωσαϊκά, τα πολύχρωμα μάρμαρα και οι τοιχογραφίες της σου δίνουν μια εικόνα, έστω μικρή, της καλαισθησίας και της εκλέπτυνσης της βυζαντινής τέχνης. Αν η Μονή της Χώρας αποτελεί το πιο εντυπωσιακό κατάλοιπο της εκκλησιαστικής τέχνης της Ρομανίας, τα Θεοδοσιανά Τείχη και η ευρύτερη περιοχή τους είναι το κοσμικό αντίστοιχό της.

Τα Θεοδοσιανά Τείχη εκτείνονται σε απόσταση 7 χλμ., από τον Κεράτιο Κόλπο ώς τη Θάλασσα του Μαρμαρά, αποκόπτοντας ολόκληρη την ιστορική χερσόνησο από τις πεδιάδες της Θράκης και τις εξωτερικές απειλές. Στην παραλιακή λεωφόρο από το αεροδρόμιο προς την Πόλη, ορθώνονται επιβλητικά μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι, ανακοινώνοντας στον επισκέπτη πως έφτασε.

Χτίστηκαν από τον Θεοδόσιο Β΄ το 413 και αποτελούν ένα από τα πιο άρτια σωζόμενα συστήματα οχυρώσεων στον κόσμο. Σε συνδυασμό με τα θαλάσσια τείχη του Μαρμαρά και του Κερά-τιου, έζωναν την Πόλη από όλες τις πλευρές, καθιστώντας την απόρθητη. Στα 1.100 χρόνια ιστορίας της Ρομανίας, μόνο δύο φορές παραβιάστηκαν: από τους Σταυροφόρους, με δόλο, το 1204, και κάτω από τη δύναμη του κανονιού και ενδεχομένως με δόλο το 1453.


Ο τρόπος πρόσβασης στα χερσαία τείχη από το κέντρο της Πόλης είναι να επιβιβαστεί κανείς στο τρένο που ξεκινά από το σταθμό του Σίρκετζι στο Εμίνονου και να κατέβει στο Γεντί Κουλέ. Ο συρμός διατρέχει την ακτή του Μαρμαρά κατά μήκος των βυζαντινών θαλάσσιων τειχών, ανάμεσα από γειτονιές άλλοτε καθαρά χριστιανικές, όπως το Κούμκαπι και η Σαμάτυα. Το μαρτυρούν τα καμπαναριά από πλήθος αρμενικές και ελληνικές εκκλησίες που ορθώνονται στα δεξιά της γραμμής.

Το Γεντί Κουλέ δεν είναι αμιγώς βυζαντινό. Πρόκειται για οθωμανική κατασκευή. Ο Πορθητής προσέθεσε σε τέσσερις πύργους των τειχών τρεις νέους και ένα ημικυκλικό εσωτερικό τείχος. Αξίζει η επίσκεψη στο χώρο, όχι για το αδιάφορο μουσείο που στεγάζει, αλλά για να ανεβείς και να περπατήσεις πάνω στα τείχη, αγναντεύοντας τα χιλιόμετρα των οχυρώσεων και τη γύρω τοπογραφία. Υπήρξε φρούριο και φυλακή, «είδος Βαστίλης για τους επιφανείς» το χαρακτήρισε ο Tournefort, Γάλλος περιηγητής και βοτανολόγος, το 1701.

Οι δύο από τους βυζαντινούς πύργους που ενσωματώθηκαν στο φρούριο ανήκαν στη Χρυσή Πύλη, τη θριαμβική, επενδεδυμένη με λευκό μάρμαρο πύλη της βυζαντινής Πόλης. Από εδώ περνούσαν οι αυτοκράτορες σε θριαμβική πομπή, επιστρέφοντας από τα πεδία των μαχών. Σήμερα, απεκδυμένη από τα αγάλματα που τη στόλιζαν, κρυμμένη πίσω από το πρόπυλό της και χτισμένη, αποτελεί ένα σεμνό απομεινάρι του ένδοξου παρελθόντος της.

Μπροστά της, στην έξω πλευρά των τειχών, βρίσκονται τα μνήματα ενός μουσουλμανικού νεκροταφείου, πνιγμένα μέσα στη βλάστηση. Στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου, εκεί όπου άλλοτε απλώνονταν νεκροταφεία και μποστάνια, υπάρχουν ανισόπεδες διαβάσεις, παρτέρια, παιδικές χαρές και αυτά τα όργανα γυμναστικής που έσπειρε η μητροπολιτική δημαρχία στους ακάλυπτους χώρους όλης της Πόλης.

Από το Γεντί Κουλέ ξεκινά η συνοικία των Ψωμαθιών (Σαμάτυα), που μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα ήταν μια μικροαστική γειτονιά Ελλήνων και Αρμενίων. Σήμερα, η κεντρική πλατεία της προσελκύει κόσμο από όλη την Πόλη, για τα φτηνά της ψαράδικα και την ψησταριά Ντεβελί.

Κοντά στο Γεντί Κουλέ στέκεται, ερείπιο, η Μονή του Στουδίου, ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια της βυζαντινής πρωτεύουσας και κέντρο αντίστασης κατά των εικονομάχων τους αιώνες εκείνους των θρησκευτικών συγκρούσεων. Χτισμένο τον 5ο αιώνα, το ερειπωμένο καθολικό της μονής, αφιερωμένο στον Πρόδρομο, είναι το παλαιότερο που σώζεται στην Πόλη. Μετατράπηκε σε τζαμί τον 16ο αιώνα, αλλά έπεσε θύμα σεισμών και πυρκαγιών. Υποτίθεται πως μπορεί να το επισκεφτεί κανείς παίρνοντας άδεια από το Μουσείο της Αγίας Σοφίας, αλλά η διαδικασία είναι τουλάχιστον δυσκίνητη...

Μετά το Επταπύργιο, τα τείχη συνεχίζουν για χιλιόμετρα ώς τον Κεράτιο. Αποτελούνται από ένα εσωτερικό τείχος, ύψους 12 και πάχους 5 μ., και ενός εξωτερικού, ύψους 8 και πάχους 2 μ. Και τα δύο μαζί φέρουν 96 πύργους, άλλους κυκλικούς και άλλους τετράγωνους. Η τάφρος, πλάτους 20 και βάθους 10 μ., που βρισκόταν μπροστά στο εξωτερικό τείχος και γέμιζε νερό, έχει σήμερα επιχωματωθεί.

Στη θέση της παρατάσσονται μποστάνια, που καλλιεργούν συνήθως οι Τσιγγάνοι των γύρω συνοικιών. Τα μαρούλια, οι ντομάτες και τα καλαμπόκια τους είναι από τα καλύτερα που πωλούνται από τους πλανόδιους στις διάφορες γειτονιές της Πόλης. Γεμάτος καλλιέργειες είναι και ο περίβολος, το κενό που υπάρχει μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού τείχους.

Εκεί όπου εκτείνονταν οι απέραντες ερημιές πέραν των τειχών, ανάμεσα στην Πόλη και στο Μακροχώρι, απλώνονται φάλαγγες τσιμεντένιων ομοιόμορφων πολυκατοικιών, υπεραγορές και βιομηχανικές ζώνες. Δίπλα στα ίδια τα τείχη, όμως, εκτυλίσσονται ακόμα σκηνές βουκολικές, παρά το θόρυβο της λεωφόρου δίπλα, με βοσκούς, Τσιγγάνους και χωρικούς, άλογα που βόσκουν, αντίσκηνα και μποστάνια.

Κάτι άλλο που δεν άλλαξε ο χρόνος είναι η υποβάθμιση των συνοικιών που εκτείνονται κατά μήκος της «μέσα» πλευράς των τειχών. Κάποτε, μικροαστικές γειτονιές Ελλήνων και Αρμενίων εναλλάσσονταν με μουσουλμανικές συνοικίες και γειτονιές Τσιγγάνων.

Ορισμένα τμήματα των τειχών μοιάζουν σαν να χτίστηκαν μόλις χθες και γυαλίζουν αφύσικα στον ήλιο, ενώ άλλα φέρουν έντονη τη χιλιόχρονη πατίνα και τις καταστροφές. Τα αφύσικα καινούργια τμήματα κατασκευάστηκαν κατά τη διάρκεια ατυχούς «ανακαίνισης» στην οποία προέβη η μητροπολιτική δημαρχία στα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Οπως σημείωσαν πολλοί, επρόκειτο για ψευδοΐστορική ανοικοδόμηση παρά για ανακαίνιση. Τότε, επί Οζάλ, το κράτος είχε υιοθετήσει την «τουρκοϊσλαμική σύνθεση» ως επίσημη ιδεολογία. Οι Αρχές επέδειξαν ιδιαίτερη μέριμνα να εξαφανίσουν ελληνικές επιγραφές και βυζαντινούς θυρεούς από τα τμήματα των τειχών που «ανακαινίστηκαν».

Το τμήμα που περισσότερο υπέφερε από το «ξαναχτίσιμο», το οποίο μάλιστα χρηματοδότησε η UNESCO, ήταν μεταξύ της Χρυσής Πύλης και της Πύλης του Ξηροκέρκου (ή Πύλης του Βελιγραδίου), της δεύτερης στη διαδρομή προς τον Κεράτιο, που ξαναχτίστηκε και μοιάζει με ντεκόρ από καζίνο του Λας Βέγκας. Τόσο ευτελή ήταν τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν και τόσο πρόχειρη η εργασία που έγινε, ώστε ανακατασκευασμένα τμήματα των τειχών κατέρρευσαν με τους σεισμούς του 1999, ενώ τα αυθεντικά άντεξαν!

Στη θλιβερή ανακαίνιση προστίθεται και μια επιχείρηση «αστικής ανάπλασης» των Αρχών, που ισοπέδωσαν την ιστορική συνοικία των Αθιγγάνων του Σουλούκουλε. Η γειτονιά βρισκόταν πίσω από την ομώνυμη πύλη (γνωστή και ως Πύλη του Λύκου στα βυζαντινά χρόνια) και αποτελούσε, σύμφωνα με ορισμένους ιστορικούς, γειτονιά Αθιγγάνων ήδη από τους χρόνους της Ρομανίας.

Πρόκειται για την αρχαιότερη καταγεγραμμένη περίπτωση μόνιμου οικισμού από Αθιγγάνους που εγκατέλειψαν το νομαδισμό. Η δημαρχία γκρέμισε τα σπίτια τους και τους υπέβαλε σε αναγκαστικό πρόγραμμα μεταφοράς σε τσιμεντουπόλεις της περιφέρειας, παρά την εσωτερική και διεθνή κατακραυγή για την καταστροφή της ιστορικής κοινότητας.

Η περιοχή των τειχών με τις περισσότερες ιστορικές μνήμες βρίσκεται στο άκρο τους προς τον Κεράτιο Κόλπο. Στις εξοχές της ακραίας αυτής συνοικίας των Βλαχερνών μετέφεραν οι αυτοκράτορες της Δυναστείας των Κομνηνών την κύρια κατοικία τους, τον 11ο αιώνα, καθώς δεν διέθεταν τους απαραίτητους πόρους για τη συντήρηση του Μεγάλου Παλατίου (μεταξύ του Ιππόδρομου και του Μαρμαρά, στην άλλη άκρη της χερσονήσου). Από την εποχή εκείνη και ώς την Αλωση, την αυτοκρατορική αυλή φιλοξενούσε το Ανάκτορο των Βλαχερνών. Τη θέση του προδίδει το ενισχυμένο τμήμα των χερσαίων τειχών.


Από το ευρύτερο κτιριακό σύμπλεγμα των Βλαχερνών σώζεται μόνο ένα παράρτημα, γνωστό ως Ανάκτορο του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου (και ως Tekfur Sarayι στα τουρκικά). Πρόκειται για τριώροφο κτίσμα του 13ου αιώνα, εξαιρετικής αρχιτεκτονικής σημασίας. Είναι το μόνο βυζαντινό ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης που σώζεται, μαζί με το ερείπιο του Βουκολέοντα στον Μαρμαρά.

Αξίζει μια επίσκεψη, ώστε να εξοικειωθεί ο Ελληνας με τα βασικά στοιχεία της άγνωστης βυζαντινής παράδοσης - τη χρήση κιόνων και αψίδων στον πρώτο όροφο (ελληνορωμαϊκή επίδραση), σκεπαστών μπαλκονιών (βο-ρειοϊταλική) και, κυρίως, τη διχρωμία στην τοιχοποιία, όπου τα κόκκινα τούβλα χρησιμοποιούνται για την παραγωγή δαντελωτών διακοσμητικών σχεδίων στις προσόψεις από ανοιχτόχρωμη πέτρα.

Το Τεκφούρ Σαράι αποτελεί απαραίτητη στάση για όποιον θέλει να ρίξει μια φευγαλέα ματιά τον κόσμο της Ρομανίας. Η αναστήλωσή του μόλις τελείωσε. Παρότι αποφεύχθηκαν τα εγκλήματα στο ίδιο το κτίσμα, δυστυχώς το αγκάλιασαν τα βυζαντινά «ξαναχτισμένα» τείχη. Από εδώ μπορείς να απολαύσεις τα πανοράματα του Κεράτιου παρακάτω, συνειδητοποιώντας γιατί οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες αποτραβήχτηκαν στην ειδυλλιακή απομόνωση των Βλαχερνών...

http://portal.kathimerini.gr